Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καστοριά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καστοριά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28/6/12

Από τις γούνες στον τουρισμό στην Καστοριά

Η υψηλή ανεργία και η μείωση της ζήτησης για προϊόντα γούνας αναγκάζουν την Καστοριά να αλλάξει προσανατολισμό. Ο τουρισμός φαίνεται πως είναι η καλύτερη εναλλακτική λύση. Σε αυτό μπορεί να βοηθήσει και η Γερμανία

Το 4 % των προϊόντων γούνας που παράγονται σε όλο τον κόσμο ράβονται στην Καστοριά. Παλαιότερα το μερίδιο αγοράς ήταν αρκετά υψηλότερο ωστόσο ο ανταγωνισμός από την Κίνα ήρθε να αλλάξει τα δεδομένα. Ο αριθμός των απασχολούμενων στην πόλη της Καστοριάς έχει μειωθεί σημαντικά ενώ η ανεργία ξεπερνά το 30 %. Οι νέοι αναζητούν την τύχη τους σε άλλες περιοχές της Ελλάδας ή και στο εξωτερικό.

Σε μια προσπάθεια να σταματήσει η «έξοδος» των νέων και να δοθεί μια νέα προοπτική στους κατοίκους της, η πόλη αποφάσισε να επενδύσει στον τουρισμό. Το θέμα συζητήθηκε πρόσφατα σε ειδική ημερίδα που διοργανώθηκε στην Καστοριά από το γερμανικό ίδρυμα Φρίντριχ Έμπερτ στα πλαίσια του Ελληνογερμανικού Δικτύου «Περιφέρειες, Δήμοι, Άνθρωποι».

Ιδανικές συνθήκες, αλλά…

Η Καστοριά βρίσκεται σε ύψος 700 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας, κτισμένη στις όχθες της ομώνυμης λίμνης. Ωστόσο λόγω της κακής ποιότητας των υδάτων, η λίμνη δεν ενδείκνυται για κολύμβηση. Τα αστικά και περιαστικά λύματα τα οποία μέχρι το 1990 κατέληγαν αυτούσια στη λίμνη, δημιούργησαν σοβαρό πρόβλημα ρύπανσης με συνέπειες την υπέρμετρη ανάπτυξη της υδρόβιας βλάστησης και του φυτοπλαγκτόν. Όπως εξηγεί ο περιβαλλοντολόγος του δήμου Καστοριάς Στέργιος Γαργάλας:

«(Ο ευτροφισμός) προερχόταν παλαιότερα από τα αστικά λύματα. Το μεγαλύτερο μέρος του προβλήματος έχει λυθεί, αλλά όχι οριστικά. Υπάρχουν οικοδομές που δεν είναι συνδεδεμένες με το δίκτυο, επομένως προφανώς και καταλήγουν ακόμη και σήμερα λύματα στη λίμνη. Σε αυτά θα πρέπει να προστεθούν τα βιομηχανικά απόβλητα αλλά και οι καλλιέργειες».

Και αυτό γιατί τα φυτοφάρμακα από τα γειτονικά χωράφια καταλήγουν με τη βοήθεια της βροχής στη λίμνη.

H γερμανική εμπειρία

Τη γερμανική εμπειρία μετέφερε ο επικεφαλής του Ινστιτούτου Θαλάσσιων Ερευνών της λίμνης της Κωνσταντίας Χάιντς Γκερντ Σρέντερ. Η λίμνη είχε απειληθεί από την ανεξέλεγκτη μόλυνση. Και εκεί τα αστικά λύματα είχαν οδηγήσει σε ευτροφισμό, στην υπερβολική δηλαδή ανάπτυξη της χλωρίδας. Χάρη σε μονάδες επεξεργασίας λυμάτων αλλά και στη λήψη αυστηρών μέτρων στάθηκε δυνατό να διασφαλιστεί μετά από δεκαετίες μια εξαιρετική ποιότητα υδάτων. Αποφασιστικής σημασίας όμως, σημειώνει ο κ. Σρέντερ, είναι η συμμετοχή των πολιτών:

«Το ζητούμενο δεν είναι απλώς η λήψη και εφαρμογή μέτρων αλλά και η συμμετοχή του κόσμου. Πολλά εξαρτώνται από τη στάση του, εάν έχουν αναγνωρίσει το πρόβλημα, εάν θέλουν να συμμετέχουν. Σε αυτή την περίπτωση ο καθένας βάζει το λιθαράκι του. Σε διαφορετική περίπτωση απαιτείται περισσότερος χρόνος γιατί θα βρεθούν άνθρωποι που θα πουν ότι δεν τους αφορά».

Οφέλη για τον τουρισμό

Στη λίμνη της Κωνσταντίας η επένδυση αυτή απέφερε καρπούς. Περισσότεροι από 1,2 εκατομμύρια τουρίστες την επισκέπτονται ετησίως. Στο «καθαρό» ίματζ της περιοχής συνέβαλαν και οι βιολογικές καλλιέργειες.

Οι αγρότες δημιούργησαν συνεταιρισμούς, όπως σημειώνει ο βουλευτής Λόταρ Ρίμπσαμεν, προκειμένου να μπορούν να πουλάνε τα προϊόντα τους στους τουρίστες χωρίς μεσάζοντες. Έτσι επωφελήθηκαν άμεσα από τον τουρισμό και οι ίδιοι οι αγρότες. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση και για την Καστοριά, όπως είπε ο Χριστιανοδημοκράτης πολιτικός απευθύνοντας ένα κάλεσμα:

«Θα πρότεινα οι σημαντικότεροι φορείς και ειδικοί της περιοχής να μας επισκεφτούν για μερικές εβδομάδες, ίσως και μήνες, στη διοίκηση, για να δουν πώς αντιμετωπίζουμε εμείς τις προκλήσεις στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος».

Έτσι η Ελλάδα θα μπορούσε να αποφύγει τα λάθη που έγιναν στην περίπτωση της Κωνσταντίας.

Για κάτι τέτοιο όμως είναι μάλλον αρκετά νωρίς ακόμη. Όπως φάνηκε στην ημερίδα, η τοπική αυτοδιοίκηση και οι ειδικοί έχουν αντιληφθεί πλήρως τα προβλήματά και τα αίτιά τους, ωστόσο, όπως σημειώνει και η αντιδήμαρχος Καστοριάς Ειρήνη Γεωργοσοπούλου-Μισκία:

«Όταν Έλληνες λένε σε άλλους Έλληνες τι πρέπει να κάνουν, δεν τους ακούνε. Εάν όμως έχουμε απτά παραδείγματα από λαούς που ζουν όχι πολύ μακριά από εμάς, και τα οποία είναι αποτελεσματικότατα, πιστεύω ότι σιγά σιγά θα αρχίσουν να πείθονται».

Από γερμανικής πλευράς πάντως υπάρχει πρόταση συνεργασίας. Αυτή προϋποθέτει βέβαια να υπάρξει προηγουμένως σχετικό αίτημα από την Ελλάδα.

20/4/12

Ανακάμπτει ο κλάδος γούνας στην Καστοριά!

Σε τροχιά ανάκαμψης βρίσκεται ο κλάδος της γούνας στην Καστοριά, τόσο σε επίπεδο τζίρου, όσο και σε αριθμό απασχολουμένων, τη στιγμή μάλιστα που οι περισσότεροι τομείς στην Ελλάδα βρίσκονται στη δίνη της οικονομικής κρίσης. Έτσι, όπως τόνισε ο γενικός γραμματέας του Συνδέσμου Γουνοποιών Καστοριάς, Φαίδων Γκιάτας, ο ετήσιος τζίρος του κλάδου της γούνας το 2011 «έτρεξε» με ρυθμό +10%, έναντι αντίστοιχης αύξησης τον προηγούμενο χρόνο και σε απόλυτο αριθμό οι εξαγωγές διαμορφώθηκαν στα 200 εκατ. ευρώ, από 190 εκατ. ευρώ το 2010 και 180 εκατ. ευρώ το 2009. Υπενθυμίζεται ότι το 2007, ο ετήσιος τζίρος του κλάδου της γούνας διαμορφωνόταν στα 450 εκατ. ευρώ και την επόμενη διετία υποχώρησε συνολικά σε ποσοστό 80%.

Νούμερο ένα εξαγωγικός προορισμός της ελληνικής γούνας είναι η Ρωσία (Μόσχα, Αγία Πετρούπολη), όπου και κατευθύνεται το 70% τουλάχιστον του συνόλου της ελληνικής παραγωγής, και ακολουθούν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, με τον πρώτο λόγο να έχει το Ντουμπάι, όπου λειτουργούν τουλάχιστον 150 γουνοποιητικές επιχειρήσεις. Παράλληλα, η ελληνική γούνα πηγαίνει πλέον σε Κορέα, Χόνγκ Κόνγκ και φυσικά χώρες της Ευρώπης, ενώ οι Έλληνες γουναράδες εστιάζουν την προσοχής τους, όχι μόνο στα κράτη όπου έχουν ήδη παρουσία, προκειμένου να αυξήσουν το μερίδιό τους, αλλά και στις ανταγωνίστριες χώρες τους όπως Κίνα και Νότιο Κορέα.

Έτσι, ενώ, πριν από κάποια χρόνια, όλοι περιγράφανε την κατάσταση στον κλάδο της γούνας με μελανά χρώματα, σήμερα, και παρόλο που η οικονομική κρίση «χτύπησε τα θεμέλια πολλών άλλων με βαναυσότητα», οι Έλληνες γουναράδες απέδειξαν έμπρακτα, για ακόμα μια φορά, ότι όχι μόνο δεν καταβάλλονται από ηττοπάθεια, αλλά καταφέρνουν να. ..ξαναγεννιούνται «μέσα από τις στάχτες τους», μετατρέποντας σε ευκαιρία τα όποια προβλήματα ανακύπτουν στο δρόμο τους προς τις διεθνείς αγορές, υπογράμμισε ο κ. Γκιάτας.

Επεσήμανε ότι παρά τη διστακτικότητα και προβληματισμό που αντιμετωπίζουν από τους ξένους πελάτες/συνεργάτες τους οι περισσότεροι εξαγωγικοί επιχειρηματίες της χώρας μας, οι Έλληνες γουναράδες έκλεισαν τις συμφωνίες τους με τους ίδιους όρους διαπραγμάτευσης σε όλα τα επίπεδα.
Αναφορικά με τις εγγεγραμμένες επιχειρήσεις του κλάδου, ο κ. Γκιάτας επεσήμανε ότι αυτές φθάνουν τις 3.573 και παρόλο που το 2010 βρέθηκε σε έξαρση το φαινόμενο των λουκέτων, το 2011 είχαμε τάση σταθεροποίησης, με ελαφρά αύξηση μάλιστα των νέων εισόδων στον κλάδο των επιχειρήσεων γούνας, αλλά και φαρμών παραγωγής βιζόν/μινγκ. Όπως εξήγησε, οι φάρμες παραγωγής βιζόν/μινγκ στη Δυτική Μακεδονία φθάνουν τις 38 και ενώ προ 8ετίας η ετήσια παραγωγή έφθανε τις 500.000 δέρματα, σήμερα φθάνουν τις 1,6 εκατ. δέρματα και την επόμενη διετία εκτίμησε ότι θα υπερβούν τα 2 εκατ. δέρματα.Σημείωσε ότι καταγράφεται έντονο το ενδιαφέρον των νέων να εισέλθουν στον κλάδο της γούνας. Υπενθυμίζεται ότι ο κλάδος εξακολουθεί να απασχολεί πάνω από το 60% του ανθρώπινου δυναμικού της περιοχής.

Μεταξύ άλλων οι Έλληνες γουναράδες ανακτούν σταθεροποιητικά το χαμένο έδαφος και στις δημοπρασίες, όπου γίνονται οι αγορές της παραγωγής των γουνοδερμάτων. Συγκεκριμένα, ενώ το 2007 το ποσοστό αγοράς της παραγωγής γουνοδερμάτων από Έλληνες έφθανε στο 10%, το 2009 είχε διολισθήσει σε μόλις 3%, το 2010 διπλασιάστηκε και το 2011 ξεπέρασε το 7%.

Στο επίκεντρο για 37η χρονιά η γούνα Καστοριάς
Η γούνα είναι από τα πιο. .. πράσινα είδη που υπάρχουν, δήλωσε ο κ. Γκιάτας, τονίζοντας ότι το σύνολο της παραγόμενης πρώτης ύλης είναι ελεγχόμενο, δεδομένου ότι προέρχεται από φάρμες, ενώ το τελικό προϊόν είναι απολύτως οικολογικό.
Στο πλαίσιο των δράσεων για την προώθηση της γούνας εντάσσεται και η γιορτή που θα γίνει στο διάστημα 4-7 Μαΐου, στην Καστοριά. Στη φετινή 37η Διεθνή Έκθεση γούνας συμμετέχουν 160 εκθέτες που προέρχονται από την Ελλάδα, Ιταλία, Γερμανία, Φινλανδία, Ουγγαρία, Τουρκία, Αμερική και Καναδά.
Μόνο από την Ρωσία εκδήλωσαν ενδιαφέρον και θα επισκεφτούν την έκθεση περισσότεροι από 550 εμπορικοί επισκέπτες, από τους οποίους οι 230 θα επισκεφτούν τη διοργάνωση με ειδικά ναυλωμένες πτήσεις από τον Οργανωτή Σύνδεσμο Γουνοποιών Καστοριάς. Η επισκεψιμότητα στην έκθεση φέτος, αναμένεται να αυξηθεί κατά 15% σε σχέση με πέρσι, επεσήμανε ο κ. Γκιάτας, προσθέτοντας ότι υπερκαλύφθηκε και φέτος ο διαθέσιμος εκθεσιακός χώρος 7.488 τ.μ. εμφανίζοντας και πάλι την ανάγκη για την ανέγερση νέου Εκθεσιακού Κέντρου - στόχο της Διοίκησης του Σ.Γ.Κ. - ώστε να συμμετέχουν όλοι οι ενδιαφερόμενοι εκθέτες που και πάλι βρέθηκαν σε λίστα αναμονής.

Συγκριτικά πλεονεκτήματα, αλλά και μειονεκτήματα
Στα συγκριτικά πλεονεκτήματα του κλάδου της γούνας εντάσσεται η επιχειρηματικότητα των Ελλήνων γουνοποιών και η διείσδυση τους στις αγορές (παράγουμε το 8% της παγκόσμιας παραγωγής και διακινούμε περίπου το 30%), καθώς και ο μέσος όρος ηλικίας των επιχειρηματιών.
Συγκριτικό πλεονέκτημα αποτελεί, επίσης, η συγκέντρωση σε μια μικρή γεωγραφική περιοχή όλων των συντελεστών παραγωγής, αλλά και η εξειδίκευση του εργατικού δυναμικού, με ιδιαίτερα και ξεχωριστά χαρακτηριστικά ποιότητας, τεχνοτροπίας και χρόνου παραγωγής.
Άλλα συγκριτικά πλεονεκτήματα είναι η χρήση ανανεώσιμης, φυσικής πρώτης ύλης, χωρίς κατάλοιπα για το περιβάλλον, οι υποδομές της περιοχής (οδικό δίκτυο, σύγχρονες νέες εγκαταστάσεις για πολλές επιχειρήσεις) και οι δυνατότητες καθετοποίησης παραγωγής: νέες επενδύσεις από 35 επιχειρήσεις στον τομέα του πρωτογενούς τομέα (φάρμες, δύο νέα σύγχρονα μεγάλα φινιριστήρια-βαφεία τα οποία είναι ακόμη στην φάση της έναρξης λειτουργίας).
Στα μειονεκτήματα του κλάδου, το πρώτο και πιο βασικό είναι η έλλειψη κεφαλαίων-ρευστότητας, ιδίως σε σχέση με τον έντονα και συνεχώς αυξανόμενο ανταγωνισμό από την Κίνα. Μειονέκτημα αποτελούν και τα σχετικά μικρά μεγέθη των επιχειρήσεων, αλλά και η έλλειψη κατοχύρωσης του επαγγέλματος και του ελληνικού «brand name».

 
Powered by Blogger